Παρασκευή 3 Σεπ 2010 01:36:47 μμ

Δήμος - Δήμαρχος - Ο Πόρος - Επαγγελματικός οδηγός - Αρχή
















 
 
Πολιτιστικά

ΕΤΟΣ 1831 - Ο ΠΟΡΟΣ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ 31/07/2005

΄΄174 χρόνια μετά΄΄- μια μελανή σελίδα στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας

Στο υπαίθριο αμφιθέατρο Συγγρού στον Πόρο, των στρατιωτικών και πολιτικών αρχών και του λαού της νήσου, πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 31 Ιουλίου ομιλία για τα γεγονότα στον Πόρο το 1831, από τον απόστρατο αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού Ιωάννη Μανιάτη. Στην ενδιαφέρουσα παρουσίαση της εργασίας παρευρεθεί και ο Ποριώτης Υφυπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κ. Γιώργος Καλός.
Ο κ. Μανιάτης με παραστατικότητα εξέθεσε τα γεγονότα, όπως αυτά αναφέρονται σε ιστορικές πηγές αναδεικνύοντας άγνωστες πτυχές από τις εμφύλιες διαμάχες που πραγματοποιήθηκαν στο νησί του Πόρου και έδρα του πρώτου Ναυστάθμου της ελεύθερης Ελλάδας, όταν το αντικυβερνητικό μένος του Μιαούλη και των συνεργατών του κορυφώθηκε με την πυρπόληση των πλοίων του Εθνικού Στόλου στο λιμάνι του Πόρου: της κορβέτας Ύδρα και της φρεγάτας Ελλάς την 1η Αυγούστου του 1831.
Ο ομιλητής αναφέρθηκε επίσης στην καταστροφική λαίλαπα που ακολούθησε και σημάδεψε το νησί του Πόρου, στη ζωή του Χριστόδουλου Μέξη, τη συμβολή του στον απελευθερωτικό αγώνα της πατρίδας, στο μοιραίο βόλι που δέχτηκε κατά τα γεγονότα του 1831 στον Πόρο, καθώς και στο ρόλο που έπαιξαν οι μεγάλες δυνάμεις Αγγλία – Γαλλία στην δημιουργία αντιπολιτευτικού στρατοπέδου στην Καποδιστριακή κυβερνητική πολιτική.
Στο τέλος της εκδήλωσης ο Δήμαρχος Πόρου κ. Σπύρος Σπυρίδων αναφέρθηκε στα μελανά για το Έθνος μας γεγονότα του 1831, εξέφρασε την διαφωνία του για τη μέχρι τώρα τακτική της απόκρυψης των δεινών που βρήκαν το Έθνος από πράξεις εθνικού διχασμού, αφού οι νεότερες γενιές οφείλουν να διδάσκονται από λάθη των προγόνων τους για να αποτρέπεται η επανάληψή τους.
Η όλη ομιλία είναι η ακόλουθη:
Ε Τ Ο Σ 1 8 3 1 -
Ο Π Ο Ρ Ο Σ Σ Τ Ι Σ Φ Λ Ο Γ Ε Σ
Τ Ο Υ Ε Μ Φ Υ Λ Ι Ο Υ :

του Γιάννη Μανιάτη


Προλεγόμενα ─ Γενική τοποθέτηση της παρουσίασης

Η παρουσία όλων σας εδώ απόψε, μου προξενεί τιμή, χαρά αλλά και την υποχρέωση για υπεύθυνη ανταπόκριση στην ανάμνηση της αποψινής αποφράδας επετείου, στην παρουσίαση ενός θέματος που, εκτός απ’ το Πολεμικό Ναυτικό και την ευρύτερη Ελληνική Πολιτεία, αφορά βασικά και το νησί μας, που υπέστη μία άνευ προηγουμένου καταστροφή και όπου επί 18 ολόκληρες μέρες, τον Ιούλιο του 1831, γράφτηκε ένα από τα πλέον αποφώλια και ολέθρια δράματα της νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας.

Δεν ξέρω αν από κάποιο αντίστοιχο βήμα εντός ή εκτός Πόρου έχει παρουσιαστεί και επισημανθεί η έκταση της φθοράς και των καταστροφών που υπέστη το νησί μας κατά την εμφυλιοπολεμική εκείνη σύρραξη. Γιατί είναι φυσικό βέβαια να ασχολούνται οι ιστορικοί ερευνητές με την ουσία και τις συνέπειες των γεγονότων για την νεοσύστατη τότε Ελληνική Πολιτεία και την ανεπανόρθωτη ζημιά του Εθνικού Στόλου, δεν μπορούν όμως να παραγνωρίζουν και τις τραγικές συνθήκες που έζησαν οι Ποριώτες τις τρομερές εκείνες μέρες, με τις βιαιότητες, τις ένοπλες συγκρούσεις, τις καταστροφές περιουσιών, τη βίαιη απομάκρυνσή των οικογενειών τους και την εν συνεχεία παράδοση μέρους της πόλης στον όλεθρο της πυράς, της λεηλασίας και της λαφυραγωγίας. Και πρέπει να τονιστεί πως η πραγματική έκταση των καταστροφών στο νησί και στην παρακείμενη περιοχή της Τροιζηνίας, όπως προκύπτει από τοπικές πηγές αλλά και από τη προφορική μεταφορά της παράδοσης απ’ τους παλιότερους ντόπιους για τα γεγονότα, ήταν πολύ περισσότερη από όση αναφέρεται στα επίσημα κείμενα και στα κατά καιρούς συγγράμματα που έχουν εκδοθεί για το θέμα..

Σ’ αυτή, λοιπόν, την θλιβερή κατάσταση που περιήλθε το νησί μας, αλλά και στην αποτίμηση της φυσιογνωμίας του συντοπίτη οπλαρχηγού Χριστόδουλου Μέξη θα ήθελα να εστιαστώ περισσότερο, μια και τα γεγονότα, αυτά καθαυτά, είναι λίγο-πολύ γνωστά, η διχόνοια που κληρονομήθηκε ήδη απ’ την εποχή του Αγώνα του ’21 είναι δεδομένη, και η συνοπτική από μέρους μου αναφορά σ’ αυτά θα ήταν κέρδος χρόνου υπέρ της ενδελεχέστερης αναφοράς μου στα του τόπου μας. Γι’ αυτό και θέλω εκ προοιμίου να ευχαριστήσω το Δήμαρχο και το Δημοτικό Συμβούλιο του τόπου για την παραχώρηση αυτού του βήματος, αυτούς που βοήθησαν στην αποψινή εκδήλωση και όλους εσάς που μας τιμάτε απόψε με την παρουσία σας και την συμμετοχή σας.


Η σημασία των αποφράδων επετείων

Όλες οι αποφράδες επέτειοι πάσχουν απ’ το ίδιο νομοτελειακό σύνδρομο της λησμονιάς και της αποστροφής. ‘Όλοι θέλουμε να τις ξεχνάμε και να αποφεύγουμε την κουβέντα τους. Γι’ αυτό όμως και είμαστε περισσότερο ευάλωτοι στην επανάληψη των ιδίων λαθών που οδήγησαν κατά το παρελθόν στις αποφράδες. Η αντικειμενική γνώση των γεγονότων, η απαλλαγμένη από συναισθηματισμούς και πάθη άποψη γι’ αυτά, η περισυλλογή, ο εντοπισμός των λαθών που γίνανε, και τέλος η χάραξη μιας σωστότερης γραμμής δεοντολογίας για αντίστοιχες περιστάσεις που αναμφίβολα θα βρούμε μπροστά μας στο μέλλον, είναι ό,τι ωφελιμότερο μπορεί να μας προσφέρει μια αποφράδα επέτειος, πέρα και πάνω βέβαια απ’ την πικρή ανάμνησή της.

Η αξιοποίηση των διδαγμάτων από τις όχι και λίγες θλιβερές περιόδους της Ιστορίας μας, με διοργανούμενες εκδηλώσεις μνήμης και περισυλλογής θα είχε προφυλάξει από νεότερες εθνικές περιπέτειες. Και θα ήθελα με την ευκαιρία να επισημάνω την εξαίρετη πρωτοβουλία που είχε προ διμήνου ο πατήρ Χαράλαμπος του Αγ. Κωνσταντίνου, στη διοργάνωση ανάλογης εκδήλωσης για την αποφράδα επέτειο της Άλωσης της Πόλης στις 29 του περασμένου Μαΐου.

Ελπίζουμε πως με τη αποψινή εκδήλωση για τα τραγικά γεγονότα στο νησί μας το 1831, συμπληρώνουμε την όποια προσπάθεια για σκιαγράφηση χαρακτήρων, παθών και αδυναμιών των πρωταγωνιστών της ολέθριας εκείνης εποχής, αλλά και για την πραγματική διάσταση της συμφοράς και των υλικών και ηθικών συνεπειών της για τον τόπο μας.



Συνοπτική γεωπολιτική κατάσταση - Τα αίτια της ρήξης

Στα 1830-31 η Ελλάδα ήταν ήδη ανεξάρτητο κράτος με κυβερνήτη τον Ι. Καποδίστρια, ο οποίος είχε εκλεγεί από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας από το 1827. Η οριστική κατοχύρωση των συνόρων και της ανεξαρτησίας του νέου κράτους που πέτυχε ο Καποδίστριας με τη συμφωνία των τριών δυνάμεων και επικυρώθηκε από το πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830, αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες διπλωματικές επιτυχίες που πέτυχε ηγέτης στην Ευρώπη της τότε εποχής. Και τούτο χάρη στο κύρος που ενέπνεε η φυσιογνωμία του Κυβερνήτη ως καταξιωμένου ήδη πολιτικού και διπλωμάτη, αλλά κυρίως χάρη στη σειρά των αριστοτεχνικών διπλωματικών χειρισμών του, και μέσα από σωρεία δυσχερειών, που εύλογα μπορούμε να κατανοήσουμε.

Οι κυρίαρχες δυνάμεις τότε στην Ευρώπη, η Τσαρική Ρωσία, η Αγγλία και η Γαλλία, παρά το ότι γενικά συμφωνούσαν στην ανεξαρτησία της Ελλάδας, εν τούτοις είχαν αντιπαλότητα για το ποιος θα έχει το πάνω χέρι. Ήδη η κατάσταση όπως είχε διαμορφωθεί ευνοούσε τους Ρώσους, αφού ο Κυβερνήτης ήταν φιλικά διακείμενος τους, παρά την αμερόληπτη προς όλους πολιτική του και την άριστη και αποτελεσματική με όλους συνεργασία του. Γι’ αυτό και οι Άγγλοι και οι Γάλλοι προσπαθούσαν όλη αυτή την περίοδο να εκμεταλλεύονται αφανώς τα εσωτερικά ελληνικά προβλήματα και κυρίως τις κατά καιρούς εσωτερικές διαμάχες προς χάρη των συμφερόντων τους. Οι δυνάμεις αυτές δέχτηκαν και άλλο ένα πλήγμα, όταν ο από αυτούς υποστηριζόμενος πρίγκιπας Λεοπόλδος του Σαξ-Κόμπουργκ (μιας μικρής Γερμανικής ηγεμονίας στη Θουριγγία) που είχε επιλεγεί για το θρόνο της Ελλάδας από το πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830, αποποιήθηκε την επιλογή του, αφού ενημερώθηκε από τον Καποδίστρια ─ και κρυφά από την Αντιπολίτευση ─ για την κατάσταση στην Ελλάδα και τα προβλήματα που επρόκειτο να αντιμετωπίσει. Εδώ οι ιστορικοί αναλυτές χρεώνουν τον Καποδίστρια ότι υπερέβαλε στην τραγική περιγραφή της κατάστασης στην Ελλάδα, έχοντας επιδίωξη να απομακρύνει τον Μονάρχη, και να παραμείνει αδιαφιλονίκητος ηγέτης στη χώρα.

Συνέβησαν όμως και άλλα γεγονότα στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο που επηρέασαν τις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων ισορροπίες, την όξυνση των Ευρωπαϊκών υποθέσεων και βέβαια την συνεπεία όλων αυτών δυσμενέστερη εξέλιξη των ελληνικών πραγμάτων την ίδια εποχή: Το 1830 επαναστατικός άνεμος έπνεε σε όλη την Ευρώπη. Η μεγάλη Ιουλιανή Επανάσταση στη Γαλλία, η επανάσταση του Βελγίου, η επανάσταση της Πολωνίας, που συνετρίβη λίγο αργότερα από τα Τσαρικά στρατεύματα, η αναταραχή στα κρατίδια της γειτονικής Ιταλικής χερσονήσου. Τα Ελληνικά πράγματα επηρέασε περισσότερο η νέα πολιτική κατάσταση στη Γαλλία, γιατί το νέο καθεστώς του Λουδοβίκου-Φιλίππου χαλάρωσε τις καλές σχέσεις του με τον Τσάρο, συσφίγγοντάς τις περισσότερο με τους Εγγλέζους. Τούτο προκάλεσε σκλήρυνση της Γαλλικής πολιτικής απέναντι στον Έλληνα Κυβερνήτη και οδήγησε μοιραία στη σύσφιξη των σχέσεων της με την αντικαποδιστριακή αντιπολίτευση, ενθαρρύνοντάς την σε κλιμάκωση των ενεργειών της.

Για να ολοκληρώσω την ευρύτερη γεωπολιτική εικόνα στα 1830-31, δεν πρέπει να παραλείψω να αναφερθώ στην πάλαι ποτε κραταιά Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία πνέουσα σε πελάγη παρακμής πλέον, μετρούσε τις διαδοχικές ήττες της, είχε εξαναγκαστεί σε αναγνώριση του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου του 1830, και δεν εμφάνιζε πια σοβαρές τάσεις εμπλοκής και ουσιαστικής παρενόχλησης στα Ελληνικά και στα διεθνή δρώμενα.

Ας δούμε τώρα τι ακριβώς γινόταν στην Ελλάδα. Το νέο κράτος αντιμετώπιζε μεγάλο αριθμό εσωτερικών προβλημάτων, κυρίως οργανωτικών, κοινωνικών και οικονομικών, όπως άλλωστε αντιμετωπίζουν όλα τα νεοϊδρυόμενα κράτη μετά από ένα καταστρεπτικό απελευθερωτικό Αγώνα, που συνοδεύεται ατυχώς και από όχι και λίγες σκληρές εμφυλιοπολεμικές αναμετρήσεις. Ειδικότερα όμως στην Ελλάδα της εποχής 1830-31, βλέπουμε να διογκώνεται μία οξύτατη αντιπολιτευτική δράση στο έργο του Κυβερνήτη με εστίες τη Μάνη, και τα νησιά της Ύδρας και της Σύρου, για τα δικά του το κάθε μέρος συμφέροντα. Στασιαστική κίνηση για ανατροπή του Κυβερνήτη εκδηλώθηκε το Μάϊο του 1831 και από τον ταγματάρχη Τσάμη Καρατάσο στην Αταλάντη της Φθιώτιδας, αλλά δεν υποστηρίχτηκε ουσιαστικά από κανένα άλλο πολιτικό ή στρατιωτικό ηγέτη, απέτυχε και εκείνος κατέφυγε στην Ύδρα. Στη Μάνη οι Μαυρομιχαλαίοι είχαν χάσει τα προνόμια στους δασμούς και στη φορολογία που είχαν ήδη εξασφαλίσει από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Οι Υδραίοι διεκδικούσαν πολεμικές αποζημιώσεις από τον πρόσφατο Αγώνα του ’21, που βέβαια εδικαιούντο, αλλά και τη διατήρηση των ιδιαιτέρων προνομίων τους στην είσπραξη των προσόδων από τα νησιά του Αιγαίου και στην ανεξέλεγκτη διαχείρισή τους. Αντίστοιχες απαιτήσεις επί των εσόδων είχαν και οι Συριανοί, ενώ επιφυλακτικότητα τηρούσαν οι Σπετσιώτες, υποστηρίζοντας τις επιδιώξεις των Υδραίων, αλλά μη στρεφόμενοι εμφανώς ενάντια στον Κυβερνήτη. Κάποια ευμενή οικονομικά και διοικητικά μέτρα που πήρε ο κυβερνήτης κυρίως υπέρ του ναυάρχου Μιαούλη και άλλων Υδραίων (παροχές σε αξιώματα, περιουσίες, χρήματα) εκτιμήθηκαν ανεπαρκή από αυτούς και συνέχισαν με αμείωτη ένταση τις αντιδράσεις τους. Και βέβαια, όπως ήταν επόμενο, η άρνηση του ελληνικού θρόνου από τον Λεοπόλδο που προανέφερα, τους απογοήτευσε και τους έκανε να σκληρύνουν ακόμη περισσότερο τη στάση τους, αφού έχασαν ένα επιπλέον ατού, εκείνο του Αγγλόφιλου μέλλοντα μονάρχη τους.

Έτσι η Ύδρα εξελίχτηκε συν τω χρόνω, μέχρι τον μοιραίο Ιούλιο του 1831, στον ισχυρότερο ανά την Επικράτεια πόλο αντίδρασης, καθώς συνέρρεαν εκεί καθημερινά αντιφρονούντες στο έργο του Κυβερνήτη από όλα τα μέρη της Ελλάδας. Το Μάιο του 1831, με την άφιξη στην Ύδρα του Αλεξ. Μαυροκορδάτου, γνωστού Αγγλόφιλου, διεκδικητή της εξουσίας από τον Καποδίστρια, και καθιερωμένου πλέον πολιτικού εγκεφάλου της Αντιπολίτευσης, ιδρύθηκε επταμελής συνταγματική επιτροπή από Υδραίους, η οποία ανέλαβε τη διοίκηση του Κοινού, ανέτρεψε τη διορισμένη από τον Κυβερνήτη Δημογεροντία και την εξανάγκασε σε αποχώρηση. Η εκεί παρουσία του Μαυροκορδάτου, συσπείρωνε όλο και περισσότερους αντιδραστικούς υπ’ αυτόν, υπό το επαναστατημένο Κοινό της Ύδρας και βέβαια υπό τη διακριτική αλλά σαφή υποστήριξη των Αγγλογάλλων. Πολλοί διαφωνούντες πολιτικοί, στρατιωτικοί, κληρικοί, δημοσιογράφοι, λόγιοι της εποχής έσπευδαν στην Ύδρα να δώσουν το παρόν σ’ αυτή την ιδιότυπη πανελλήνια συνάθροιση ενάντια στον Κυβερνήτη. Η εφημερίδα «ΑΠΟΛΛΩΝ» του Αναστ. Πολυζωΐδη στον ίδιο χώρο, συμπλήρωνε το στασιαστικό σκηνικό, εξαπολύοντας συνεχείς μύδρους εναντίον του, με τα φύλλα της να διανέμονται σε όλη την Ελλάδα με τα Υδραίικα πλοία. Αξιοσημείωτο είναι ότι όλοι οι αντιφρονούντες τοποθετούσαν πάνω από τα δικά τους συμφέροντα την απαίτηση για την άμεση σύγκλιση Εθνοσυνέλευσης, με στόχο την εφαρμογή του Συντάγματος και τον περιορισμό των εξουσιών του Κυβερνήτη, που ομολογουμένως ήταν αυξημένες. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζονταν όλοι με ένα όνομα ως «Συνταγματικοί».

Τον Ιούνιο του 1831, μετά από πρόταση του Κυβερνήτου, οι αντιπρέσβεις των Δυνάμεων κάλεσαν στο Ναύπλιο επιτροπή Υδραίων για διαβουλεύσεις που όμως κατέληξαν σε αδιέξοδο. Και εδώ ας μου επιτραπεί ένα σχόλιο για τη στάση των τριών Δυνάμεων. Οι αντιδράσεις των αντιπρέσβεων, παρά την νομιμοφάνειά τους, δεν έπεισαν για τις ειλικρινείς τους προθέσεις στην υποστήριξη του Κυβερνήτη, τουλάχιστον όλες. Ειλικρινής έδειξε στην πορεία πως ήταν μόνο ο Ρώσος. Οι Αγγλογάλλοι τηρούσαν ανεπίσημα φιλική στάση με τους Υδραίους και με την επαμφοτερίζουσα τακτική τους υπονόμευαν το έργο του Καποδίστρια, επιδιώκοντας με κάθε μέσο την ανατροπή του.


Η κατάσταση στο Κοινό του Πόρου

Σ’ αυτό τον πόλο αντίδρασης επέλεξαν να ενταχθούν και οι σεβαστοί ντόπιοι και εν πολλοίς πρόγονοί μας, Ποριώτες της εποχής. Οι Ποριώτες δεν είχαν ιδιαίτερους λόγους να αντιταχθούν στον Κυβερνήτη. Ο Καποδίστριας είχε συνδέσει άρρηκτα το όνομά του με τον τόπο μας, μετατρέποντάς τον με την εδώ παρουσία του για αρκετό διάστημα σε πρώτο διοικητικό κέντρο στη χώρα. Επί πλέον, αξιολογώντας τα φυσικά πλεονεκτήματά του λιμανιού σε συνδυασμό με τις στρατηγικές και τακτικές απαιτήσεις των μεγάλων Ναυτικών της τότε εποχής, ίδρυσε εδώ τον πρώτο πολεμικό ναύσταθμο, δίνοντας μεγάλη ώθηση στη ζωή, στην οικονομία και στην κοινωνική ανάπτυξη του τόπου μας. Οι Ποριώτες, λοιπόν, με τόση κίνηση που βίωνε τότε ο τόπος τους, είχαν αφυπνιστεί και είχαν αρχίσει να συμμετέχουν ενεργότερα στα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα της εποχής. Και ας μην ξεχνάμε, πως λίγο-πολύ είχαν και τις περιουσίες τους (κτηματάκια, ελίτσες, λεμονίτσες κλπ.) στο νησί και κυρίως στην απέναντι Τροιζηνιακή ακτή, και υπέφεραν λιγότερο από άλλους Έλληνες από την οικονομική καχεξία του νεοσύστατου κράτους τους.

Εν τούτοις, είτε η παραδοσιακή γειτονική φιλία με την Ύδρα, είτε η συνεχής παρουσία των Υδραίων ναυτικών που προεξήρχαν του Ναυστάθμου και του Στόλου την εποχή εκείνη, είτε διότι ήταν συντροφοναύτες με Υδραίους και Σπετσιώτες στα πλοία σε όλους τους πρόσφατους ναυτικούς αγώνες της Επαναστάσεως και είχαν προφανείς και παράλληλες διεκδικήσεις κάποιων δεδουλευμένων αμοιβών που διαπιστώνουμε διάσπαρτες στα αρχεία της τότε εποχής, τους οδήγησε στην πλήρη συμφωνία με τους Υδραίους στην πολιτική τους ενάντια στον Κυβερνήτη ˙ με τις γνωστές γι’ αυτούς συνέπειες .

Αυτή, λοιπόν, η κατάσταση είχε διαμορφωθεί στον Πόρο στο αλησμόνητο και μοιραίο εκείνο καλοκαίρι του 1831. Και πιο συγκεκριμένα, η σύνθεση και οι πολιτικές τοποθετήσεις της τότε Αρχής του Πόρου ήταν:

α. Ο διορισμένος από τον Κυβερνήτη προσωρινός διοικητής Πόρου ντόπιος Νικολάκης Κωνσταντή Γκίκας είχε προ πολλού, ήδη από το 1829, αντικατασταθεί με άλλους έμπιστους στον Καποδίστρια αξιωματούχους, και φυσικά μη Ποριώτες όπως ο Κωνσταντίνος Αξιώτης και ο Γεώργιος Γλαράκης. Ήδη όμως από τον Ιούνιο του 1831, όταν άρχισε να εκτραχύνεται η κατάσταση, ο Γλαράκης ανέλαβε υπουργός των Ναυτικών και στη θέση του τοποθετήθηκε ο σκληροπυρηνικός Χιώτης στην καταγωγή λογιότατος Κωνσταντίνος Ράμφος, προφανώς για να ελέγχει αποτελεσματικότερα την κατάσταση.

β . Η καγκελαρία του Πόρου που απαρτιζόταν από τους Ποριώτες :
Δημογέροντες: Λογοθέτη Δουζίνα και Γιώργο Χριστόδ.
Παπακυριακού και τους
Επιστάτες και Συνδίκους: Αναγνώστη και Κυριάκο Δουζίνα
και Μάνθο Πιπίνη (-νο).
γ. Ο επίσης Ποριώτης οπλαρχηγός της Επανάστασης και
στρατηγός Χριστόδουλος Μέξης.

Οι άρχοντες της ντόπιας τοπικής ηγεσίας (η καγκελαρία και ο στρατηγός Μέξης) είχαν πάρει ήδη τις αποφάσεις τους εναντίον του Κυβερνήτου και του πιστού σ’ αυτόν πολιτικού διοικητή Ράμφου.



Σύνθεση – Κατάσταση του Εθνικού Στόλου

Για να αλλάξουμε λίγο κλίμα, και για να γίνει σαφέστερα κατανοητή η σημασία των θλιβερών συμβάντων για το Ναυτικό και η έκταση των ζημιών που υπέστησαν τα πολεμικά πλοία στον Ναύσταθμο του Πόρου, κρίνουμε σκόπιμη μια συνοπτική αναφορά στη σύνθεση του τότε Εθνικού Στόλου, στα πλοία που τον απάρτιζαν και στην όλη κατάσταση στην οποία βρίσκονταν τα πλοία και τα πληρώματά τους. Αξίζει να λεχθεί πως οι Έλληνες ήταν από τους πρώτους στον Κόσμο που χρησιμοποίησαν ατμοκίνητα πλοία σε πολεμικές επιχειρήσεις με τις ατμοκορβέτες ΚΑΡΤΕΡΙΑ και ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΣ τα τελευταία χρόνια της Επανάστασης.

Ο πρώτος εθνικός Στόλος συγκροτήθηκε το 1828 από τον Καποδίστρια με αγορά κάποιων από τα ιδιόκτητα πλοία των νησιωτών αγωνιστών και με κατασκευή νέων συγχρόνων που ήδη είχαν από τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης παραγγελθεί και η παραλαβή τους ολοκληρωνόταν εκείνη την περίοδο. Με όλα αυτά τα πλοία έγιναν οι ναυτικές επιχειρήσεις τα τελευταία χρόνια της Επαναστάσεως.

Μετά όμως το τέλος της Επανάστασης το 1829, εκτός από κάποιες επιχειρήσεις δίωξης πειρατείας που έγιναν στο Αιγαίο, τα πλοία περιέπεσαν σε απραγία, περιορίστηκε ο αριθμός των πληρωμάτων τους και η συντήρησή τους ήταν δύσκολη λόγω οικονομικών δυσχερειών. Έτσι, στα μέσα του 1831, όταν έλαβαν χώρα τα δραματικά γεγονότα που εξετάζουμε, ο Εθνικός Στόλος βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση, σχεδόν σε παροπλισμό, με πλοία ασυντήρητα, χωρίς επάρκεια πληρωμάτων, και με σχεδόν μηδενική πολεμική ετοιμότητα.

Για τις ανάγκες του Στόλου ο Καποδίστριας ίδρυσε στον Πόρο τον πολεμικό Ναύσταθμο αξιολογώντας, όπως προαναφέρθηκε, γνώμες και εκθέσεις Ελλήνων και ξένων εμπειρογνωμόνων. Ο Ναύσταθμος στεγάστηκε αρχικά σε πρόχειρα παραπήγματα στη θέση του σημερινού Γυμνασίου, ενώ το 1830 μεταφέρθηκε στη σημερινή θέση του ΚΕ/ΠΟΡΟΣ, όπου συν τω χρόνου οικοδομήθηκαν εγκαταστάσεις επαρκείς για να καλύψουν τις ανάγκες του Στόλου. Για την οχύρωση του Ναυστάθμου ο Καποδίστριας ανέθεσε στον Βαυαρό συνταγματάρχη Κάρλ φον Χάιντεκ το 1829, και ανακαίνισε το ερειπωμένο Βυζαντινό και αργότερα Βενετσιάνικο ναυτικό οχυρό στο νησάκι του Αγ. Κων/νου στον ανατολικό όρμο Πόρου. Το σύγχρονο για τις ανάγκες της εποχής οχυρό απέδειξε πολύ σύντομα την αξία και την αποτελεσματικότητά του, όταν στήριξε σθεναρά, όπως θα δούμε στη συνέχεια, την άμυνα των επαναστατημένων Υδραίων όλες τις ημέρες του μάταιου εγχειρήματός τους, μέχρι και την ανατίναξή του από αυτούς το μοιραίο πρωί της 1ης Αυγούστου 1831.
Τα πλέον αξιόλογα πολεμικά πλοία ήταν τα ακόλουθα:

α.. Η φρεγάτα ΕΛΛΑΣ ήταν το ωραιότερο πλοίο του Στόλου, μεγάλο τρικάταρτο και ταχυκίνητο ιστιοφόρο, με εκτόπισμα 2.300 τόνων, οπλισμό 32 πυροβόλα και 32 καρρονάδες (μεγάλα βραχύκαννα πυροβόλα πάνω σε τροχήλατη βάση). Είχε ναυπηγηθεί στη Ν. Υόρκη για λογαριασμό της Ελλ. Κυβέρνησης με τη συνδρομή διαφόρων χορηγών, μεταξύ των οποίων και κάποιων ομογενών της εποχής στην Αμερική και στοίχισε 750.000 δολάρια. Έφθασε στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1828 και συμμετείχε στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων τα τελευταία χρόνια του Αγώνα, όπως προανέφερα. Για την Ιστορία αξίζει να σημειώσω πως ο ιστορικός κέλης ─ η καλλίγραμμη από μαόνι και κλιμακωτής αρμολόγησης βάρκα ─ της φρεγάτας με την οποία διέφυγε όπως θα δούμε ο Μιαούλης στην Ύδρα μετά την πυρπόληση των πλοίων, διασωζόταν μέχρι το 1925 στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας. Καταστράφηκε από αμέλεια, και σήμερα σώζεται μόνο το θαυμαστό της ακρόπρωρο στο Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο στην Αθήνα.

β. Η ατμοκορβέτα ΚΑΡΤΕΡΙΑ το πρώτο ελληνικό τροχήλατο ατμόπλοιο με 4 ιστούς και βοηθητική ιστιοφορία ημιολίας. Είναι το πρώτο ατμόπλοιο στον Κόσμο που έλαβε μέρος σε πολεμική επιχείρηση, στις αρχές του 1827 στον Παγασητικό. Είχε 2 ατμομηχανές 85 ίππων για πρόωση και οπλισμό 4 πυροβόλα και 4 καρρονάδες. Ναυπηγήθηκε στην Αγγλία το 1825, με επιμέλεια και προσωπική οικονομική συνδρομή από τον φιλέλληνα Βρετανό αξιωματικό Ναυτικού Φρανκ Άστιγξ. Προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στις τελευταίες επιχειρήσεις του Αγώνα, οργώνοντας κυριολεκτικά τις Ελληνικές θάλασσες μαζί με τη φρεγάτα «ΕΛΛΑΣ» και φθάνοντας μέχρι και την Αλεξάνδρεια για επιδρομική ενέργεια στον Αιγυπτιακό Στόλο.

γ. Η κορβέτα ΥΔΡΑ, τρικάταρτη με οπλισμό 26 πυροβόλων, ήταν λάφυρο πολέμου από τον Αιγυπτιακό στόλο του Ιμπραήμ και κατελήφθη από τον Κόχραν το 1827.

δ. Η κορβέτα ΝΗΣΟΣ ΣΠΕΤΣΩΝ, πρώην ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ της Μπουμπουλίνας, με μεγάλη πολεμική δράση στην Επανάσταση, ήταν τρικάταρτο ιστιοφόρο με οπλισμό 26 πυροβόλων. Αγοράστηκε από την Κυβέρνηση το 1828.

ε. Ο ιστορικός πάρων (μπρίκι) ΑΘΗΝΑ, πρώην ΑΡΗΣ του Ανα-στασίου Τσαμαδού, πλοίο με μεγάλη πολεμική δράση στην Επανάσταση, έγινε γνωστό με τη θρυλική διάσπαση του αποκλεισμού του Ναβαρίνου από τον Τουρκοαιγυπτιακό Στόλο του Ιμπραήμ, στις 26 Απριλίου 1825. Είχε ναυπηγηθεί στη Βενετία το 1807, ήταν δρύινο, εκτοπίσματος 350 τον. Με οπλισμό 2 πυροβόλα και 10 καρρονάδες. Επιβίωσε για εκατό ολόκληρα χρόνια μετά την Επανάσταση και, λόγω αδυναμίας συντήρησης του, ανατινάχτηκε τιμητικά με βομβαρδισμό στις 25 Μαρτίου του 1921 στον όρμο Ελευσίνας κατά τις εκδηλώσεις εκατονταετηρίδας από το ’21.

στ. Η ατμοκορβέτα ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΣ που ναυπηγήθηκε στην Αγγλία και πήρε μέρος στις τελευταίες επιχειρήσεις του Αγώνα το φθινόπωρο του 1828 με το ΕΛΛΑΣ και το ΚΑΡΤΕΡΙΑ.



Το τραγικό χρονικό

Για την εξιστόρηση των γεγονότων που θα ακολουθήσουν, έλαβα υπόψη μου όλες τις διατιθέμενες πηγές και κυρίως το μνημειώδες σύγγραμμα για τη βιογραφία του ναυάρχου Μιαούλη των Αδαμοπούλου-Πρασσά, το ομότιτλο έργο του Σταμέλου, τη βιογραφία του Κανάρη από τον Φωτιάδη, το βιβλίο του συναδέλφου Κωστή Βάρφη για το κίνημα, τις θέσεις του τότε Γραμματέα Επικρατείας στην κυβέρνηση Καποδίστρια Ν. Σπηλιάδη, το βιβλίο του Ι. Μαζαράκη-Αινιάν με τα 17 ανέκδοτα μέχρι πρότινος γράμματα του Μιαούλη και επίσης την εκδιδόμενη στην Ύδρα εφημερίδα ΑΠΟΛΛΩΝ του Α. Πολυζωίδη. Τέλος μεταφέρω και τις γλαφυρότατες μαρτυρίες και εμπειρίες για τον Πόρο της εποχής του Ελληνορώσου αξ/κού επιτελή του Ρώσου ναυάρχου Ρίκορντ, Κωνσταντίνου Μπαζίλι. Με την πρόσφατη έκδοσή του βιβλίου του στα Ελληνικά, ο Μπαζίλι δίνει μια καινούργια διάσταση για τα γεγονότα παραθέτοντας και νέες λεπτομέρειες ως αυτόπτης μάρτυρας. Και παράλληλα αποτελεί ένα ζωντανό ανάγλυφο του Πόρου της εποχής, των κατοίκων του, καθώς και των σκέψεων και των αντιδράσεών τους στην Υδραίικη μοιραία πρωτοβουλία.

Για να αποκαταστήσει τη θλιβερή εικόνα που περιγράψαμε παραπάνω, ο Κυβερνήτης, στις αρχές Ιουλίου του 1831, απεφάσισε να δράσει αποτελεσματικότερα. Σε μυστική επαφή με τον αφοσιωμένο σ’ αυτόν Κ. Κανάρη, του ανέθεσε να ενεργοποιηθούν κρυφά τα ισχυρότερα πλοία του Εθνικού Στόλου και να πλεύσουν προς αποκλεισμό της Ύδρας, να απαγορεύσουν κάθε απόπλου από αυτήν πλοίου χωρίς έγκυρα έγγραφα, να αποκαταστήσουν την ηρεμία και στα άλλα νησιά και κυρίως να επαναφέρουν την επαναστατημένη Σύρο χωρίς χρήση βίας υπό κυβερνητικό έλεγχο. Τούτο είχε μεγάλη σημασία για την απομόνωση της Ύδρας, γιατί τα έσοδα απ’ τους τελωνιακούς δασμούς της Σύρου, ήταν οι κυριότεροι πόροι για τη συντήρηση του Υδραϊκού Στόλου.

Δεν έλαβε όμως κάτι σοβαρά υπόψη του ο Καποδίστριας στη σχεδίαση αυτού του εγχειρήματος: Ότι η πλειονότητα κυβερνητών και πληρωμάτων στα πλοία του στόλου ήταν Υδραίοι, ή άλλοι νησιώτες φιλικά διακείμενοι σ’ αυτούς κι έτσι η κίνηση θα ήταν εκ προοιμίου καταδικασμένη. Και έτσι κι έγινε:

Το μυστικό σχέδιο διέρρευσε στην Ύδρα, όπου η αντίδραση ήταν άμεση. Μετά από επείγον συμβούλιο της Δημογεροντίας στις 13 Ιουλίου, αποφάσισαν να στείλουν στον Πόρο τον Αντώνη Κριεζή με αριθμό Υδραίων ναυτών με εντολή να καταλάβει τη φρεγάτα ΕΛΛΑΣ και άλλα πλοία, ώστε να εμποδιστεί το κυβερνητικό σχέδιο και να αποκαταστήσει με σύνεση την τάξη.

Στις 14 προς 15 Ιουλίου ξεκινά η εφαρμογή του μοιραίου σχεδίου κατάληψης των πλοίων από τους Υδραίους, με τον Κριεζή να φθάνει στον Πόρο με 70 ένοπλους ναύτες και στη μιάμιση μετά τα μεσάνυχτα να καταλαμβάνει αιφνιδιαστικά χωρίς σοβαρή αντίσταση τη φρεγάτα ΕΛΛΑΣ. Κάτι που προκάλεσε αμηχανία στους Κυβερνητικούς του νησιού και του Ναυτικού.
Ο διορισμένος διοικητής Κ. Ράμφος περνάει για ασφάλεια στο Γαλατά, ενημερώνει αμέσως τον Κυβερνήτη, και δηλώνει πως πρέπει να ντρέπονται οι Υδραίοι, και πως θάρθουν οι Ρώσοι να πάρουν τη φρεγάτα πίσω.
Ο Κριεζής ανήσυχος, ζητάει την άφιξη του Μιαούλη και την άδεια να πάρει 30-40 Ποριώτες ναύτες στο ΕΛΛΑΣ για ενίσχυση και «δια να κολακεύσωμεν την φιλοτιμίαν του λαού του Πόρου», όπως ισχυρίζεται. Άρα δεν ήταν ξεκάθαρο ακόμα ότι οι Ποριώτες τους υποστήριζαν.
Ο Κανάρης, κυβερνήτης του ΝΗΣΟΣ ΣΠΕΤΣΩΝ χειρίζοντας διπλωματικά, ζητάει τη συνεργασία των Υδραίων για αποσόβηση της κρίσης.
Ο Καποδίστριας από το Ναύπλιο ενημερώνει το Πανελλήνιο «δια το δεινόν τόλμημα των Υδραίων», όπως το αποκαλεί, στέλνει στον Πόρο δυνάμεις καταστολής και αρχίζει διαβουλεύσεις με τους αντιπρέσβεις. Μόνο τον Ρώσο όμως πείθει για παροχή άμεσης βοήθειας, με αποστολή πλοίων στον Πόρο για επέμβαση. Έτσι σχεδιάζεται ο αποκλεισμός του Πόρου από ξηράς και θαλάσσης, μια και τα κατειλημμένα πλοία δεν είχαν ετοιμότητα άμεσου απόπλου.
Την ίδια μέρα οι Σπετσιώτες ζητούν εγγράφως και αυτοί από τον Κυβερνήτη να συγκαλέσει Εθνοσυνέλευση. Ταυτόχρονα οι Συριανοί επιδοκιμάζουν τους Υδραίους για το εγχείρημά τους

Στις 16 Ιουλίου φθάνει και ο Μιαούλης στη φρεγάτα με άλλους 200 ναύτες και αμέσως προσχωρούν στο κίνημα ο Γ. Σαχτούρης, διοικητής του Ναυστάθμου και ο Ιταλός ταγματάρχης Γκιουζέπε Αμπάτι του ναυτικού οχυρού του Ναυστάθμου στο νησάκι Μπούρτζι, ο Υδραίος Γ. Σαχίνης της κορβέτας ΥΔΡΑ ο επίσης Υδραίος Ι. Φαλάγκας, του ΚΑΡΤΕΡΙΑ και ο Ποριώτης καπετάν Γιώργος Καραμάνος του κότερου ΕΡΜΗΣ. Καταλαμβάνεται και η ατμοκορβέτα ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΣ, και το κότερο ΑΙΟΛΟΣ. Επίσης μαζεύονται και όλα τα πλωτά μέσα του λιμανιού (βάρκες, καΐκια κ.λ.π.) στον Ναύσταθμο για αποφυγή μεταφοράς στρατού από το Γαλατά, όπου πρέπει να ακούστηκε πως θα ερχόταν.
Στο κίνημα προσχωρεί και ο στρατιωτικός διοικητής Πόρου Χριστόδουλος Μέξης, ο οποίος οπλίζει 100 Ποριώτες για να καταλάβουν και τα υπόλοιπα πλοία.
Τα κυριευμένα πλοία ετοιμάζουν τα πυροβόλα τους για να αντιμετωπίσουν τυχόν αντιδράσεις. Το ΚΑΡΤΕΡΙΑ παίρνει θέση δυτικά του Γαλατά, έτοιμο να προσβάλει τις θέσεις του στρατού στην ακτή.

Στις 17 με 18 Ιουλίου η Ρωσική μοίρα υπό τον ναύαρχο Ρίκορντ, με 4 πλοία μάχης φθάνει στον Πόρο και αποκλείει το βόρειο στενό, το μπογάζι.
Παράλληλα φθάνουν και οι Ελληνικές χερσαίες δυνάμεις καταστολής υπό τον συνταγματάρχη Δ. Καλλέργη με μία ίλη ιππικού και τον γνωστό για την αντιπάθειά του στους Ποριώτες Νικηταρά τον Τουρκοφάγο και με 1200 ενόπλους, που ήταν στρατιώτες του τακτικού στρατού και αρκετοί άτακτοι. Στρατοπεδεύουν στην περιοχή μεταξύ Γαλατά και Δαμαλά, και, σύμφωνα με μαρτυρία του Μπαζίλι, στήνουν το στρατηγείο τους στα Ρωσικά Λουτρά στη Σκάλα Δαμαλά. Αποκλείουν από ξηράς τον Πόρο και βέβαια αρχίζουν και το πλιάτσικο στα κτήματα των Ποριωτών, που μεσ’ στο καλοκαίρι ήταν και γεμάτα καρπούς. Από εδώ αρχίζει και το πρόβλημα των Ποριωτών, ως αποτέλεσμα της δυσμενούς εξέλιξης των γεγονότων.
Αξίζει να αναφερθεί πως πριν φθάσουν οι Καλλέργης και Νικηταράς, ο ταγματάρχης του τυπικού Νίκος Κασομούλης, γνωστός και από τα περιγραφικά απομνημονεύματά του, στενός φίλος και συμπολεμιστής κατά την Επανάσταση με τον Χριστόδουλο Μέξη, τον κάλεσε στο Γαλατά, μήπως βρουν άκρη, στο όνομα της φιλίας τους. Ο Κασομούλης έχει διασώσει λέξη προς λέξη το μοιραίο και βέβαια αδιέξοδο διάλογο που είχε με τον πρώην αχώριστο φίλο του, και σημερινό αντίπαλό του. Και εκεί φαίνεται με τον πιο ζωντανό τρόπο πώς σκέφτονταν τα δύο μέρη που σε λίγο θα έχυναν το αίμα τους σ’ έναν αδελφοκτόνο πόλεμο. Εκεί φαίνεται η έκταση της φθοράς των ηθών και της καταστροφής των ανθρώπινων σχέσεων που προκαλεί μία εμφύλια διαμάχη. Περιττό να λεχθεί πως όταν έφθασαν οι αρχηγοί Καλλέργης και Νικηταράς στο Γαλατά, όλες οι επαφές αυτού του είδους σταμάτησαν διά ροπάλου.
Ο Μιαούλης καλεί τον Κανάρη στη φρεγάτα και προσπαθεί να τον πείσει να υποστηρίξει την κίνηση. Ταυτόχρονα όμως κρυφά από αυτόν στέλνει άγημα, καταλαμβάνει το πλοίο του, την κορβέτα ΝΗΣΟΣ ΣΠΕΤΣΩΝ, και στέλνει το πλοίο κοντά στο νησάκι Μπούρτζι για ενίσχυση του φρουρίου. Ο Κανάρης δεν πείθεται, καταφέρνει να ξεφύγει απ’ τη φρεγάτα και σπεύδει στην Αίγινα, αρματώνει με τον Ορλώφ δύο πολεμικά του Στόλου: τα μπρίκια ΗΡΑΚΛΗΣ και ΑΘΗΝΑ και συνενώνεται με τον Ρώσο ναύαρχο στον αποκλεισμό του Πόρου από βόρεια (στο μπογάζι). Ο Ρίκορντ ενισχύει τα ελληνικά πλοία με Ρώσους πυροβολητές.
Οι τρεις αντιπρέσβεις πείθονται από τον Κυβερνήτη και αποδοκιμάζουν με επίσημες διακηρύξεις τους τη στασιαστική κίνηση των Υδραίων.
Ο Μιαούλης ενημερώνει και καθησυχάζει το Κοινό της Ύδρας που αδημονεί, ότι ακολουθεί τις οδηγίες τους και ότι δεν θα προκαλούσε ποτέ τους Ρώσους, αλλά θα αντιδρούσε μόνο αν αυτοί επετίθεντο χωρίς τη συμφωνία των 2 άλλων δυνάμεων.
Με την ολοκλήρωση του αποκλεισμού του νησιού από ξηρά και θάλασσα, οι Ποριώτες συνειδητοποιούν την επιδεινούμενη και εις βάρος τους κατάσταση. Ανήσυχοι, αποσύρουν τους ενόπλους ναύτες τους από τη φρεγάτα και τα άλλα κυριευμένα πλοία, ενώ σπεύδουν να προστατέψουν τις οικογένειές τους.
Το βράδυ της 18ης Ιουλίου γίνεται η πρώτη συνάντηση του Ρώσου ναυάρχου Ρίκορντ με τον Μιαούλη στην παραλία του Πόρου, μια και ο Μιαούλης φοβήθηκε να πάει στη ρωσική ναυαρχίδα. Ο Μιαούλης του εξήγησε πως μέχρι τη σύγκληση της Εθνοσυνέλευσης ως αρχή αναγνωρίζει μόνο τη Δημογεροντία της Ύδρας. Ο Ρώσος του πρότεινε μεταξύ άλλων, να αποσυρθεί από τα κυριευμένα πλοία και να επιτρέψει σε μέρος του στρατεύματος καταστολής να μπουν στον Πόρο για προστασία των κατοίκων. Ο Μιαούλης, εν αναμονή και της άφιξης των Αγγλογάλλων, απέρριψε τις προτάσεις του τονίζοντας ότι οι Ποριώτες νιώθουν ασφάλεια στο νησί τους, αφού άλλωστε είναι και όλοι τους οπλισμένοι.

Στις 20 Ιουλίου ο Ρώσος ναύαρχος ανακοινώνει στον Μιαούλη πως προτίθεται να σηκώσει ρωσική σημαία στα πλοία του Ελληνικού Στόλου ΗΡΑΚΛΗΣ και ΑΘΗΝΑ που βρίσκονται υπό τις διαταγές του και επιβαίνουν Ρώσοι πυροβολητές. Ο Μιαούλης αντιδρά έντονα συνιστώντας του να μην ανακατεύεται στα Ελληνικά πράγματα, όπως άλλωστε κάνουν και οι Αγγλογάλλοι και πως έτσι ενεργεί σαν να είναι ναύαρχος όχι της Ρωσίας αλλά του Καποδίστρια.
Στο μεταξύ άλλα 5 πλοία του Εθνικού Στόλου (ΛΗΔΑ, ΕΥΧΑΡΙΣ, ΕΥΠΛΟΥΣ, ΑΧΙΛΛΕΥΣ και ΝΗΡΗΙΣ) που βρίσκονταν σε αποστολές εκτός Πόρου, προσχώρησαν στο κίνημα των Υδραίων.

Στις 22 Ιουλίου και εν αναμονή της άφιξης στον Πόρο των Αγγλογάλλων μοιράρχων, ο Μιαούλης αφού καθησυχάζει πάλι τους Υδραίους ότι από μέρους του δεν θα δοθεί η παραμικρή αιτία, τους ζητάει:
α. Να στείλουν επειγόντως τον Μαυροκορδάτο στον Πόρο ως πολιτικό σύμβουλο, πράγμα που έγινε.
β. Να στείλουν από την Ύδρα στη Ρούμελη τον Τσάμη Καρατάσο να φέρει τα στρατεύματά του στο Γαλατά για αντιπερισπασμό, κάτι που απορρίφθηκε από τους Υδραίους.

Στις 23 Ιουλίου καταπλέουν στον Πόρο η Αγγλική φρεγάτα ΜΑΔΑΓΑΣΚΑΡΗ και η Γαλλική ΚΑΛΥΨΩ με τους μοιράρχους των πλοίων τους: πλοιάρχους Λάϋονς και Λαλάντ αντίστοιχα, και ακολούθησε πυρετός διαβουλεύσεων. Αμέσως μετά τον κατάπλου, τους επισκέπτεται ο Γραμματέας του Μιαούλη και τους ενημερώνει πως η κατάληψη έγινε προληπτικά, για να εμποδιστεί το σχέδιο του Κυβερνήτη ενάντια στα νησιά.
Η δεύτερη επίσκεψη στους Αγγλογάλλους ήταν εκείνη των Δημογερόντων του Πόρου, οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν για την ασυδοσία που επικρατούσε στο Γαλατά και για τις ζημιές που είχαν ήδη προκαλέσει στα εκεί κτήματά τους τα κυβερνητικά στρατεύματα σε αντίθεση με την ασφάλεια που, χάρις στον Μιαούλη, επικρατούσε μέσα στο νησί.
Ακολούθησε συνάντηση των 3 μοιράρχων, όπου ο Ρώσος τους είπε πως είχε διαβεβαίωση απ’ ευθείας από το Κοινό της Ύδρας ότι οι στασιαστές θα συμμορφούντο με το ομόφωνο αίτημα για λήξη της στάσης. Στη νέα όμως αυθημερόν συνάντησή τους με Μαυροκορδάτο και Μιαούλη στο Γαλλικό ΚΑΛΥΨΩ, οι Αγγλογάλλοι δέχτηκαν πως οι Υδραίοι δεν δρούσαν μεμονωμένα κι έτσι οι κινηματίες αναθάρρησαν, δεν συμφώνησαν, και προέκυψε νέο αδιέξοδο. Η λύση ήταν λοιπόν έτοιμη, αλλά η υπαναχώρηση των Αγγλογάλλων έδειξε πως η λύση δεν ήταν και η επιδίωξή τους και τορπιλίσθηκε η υλοποίησή της. Δίκαια ο Νικόλαος Σπηλιάδης επιμένει δηλώνοντας απερίφραστα στα απομνημο-νεύματά του πως «οι Αγγλογάλλοι υπεκίνησαν τους Υδραίους εναντίον του Κυβερνήτου». Και ο δρόμος για την ολέθρια εξέλιξη ήταν πια ανοιχτός.
Οι μοίραρχοι των Αγγλικών και Γαλλικών πλοίων παρέτειναν την παραμονή τους στον Πόρο εν αναμονή νέου απεσταλμένου της Ύδρας με νεώτερες συμβιβαστικές προτάσεις.
Παράλληλα όμως με τις διαβουλεύσεις, ο Μιαούλης δεν έμεινε ανενεργός στη διοργάνωση του Στόλου για δράση. Ανέθεσε στον μοίραρχο του Αιγαίου Ν. Ράπτη επί της κορβέτας ΨΑΡΑ:
α . να εξασφαλίσει την τάξη και ομαλή διεξαγωγή του εμπορίου στο λιμάνι της Σύρου, ζητώντας τη συνεργασία των κατοίκων.
β . να παρέχει κάθε δυνατή βοήθεια και συνδρομή σε όποιο νησί τη ζητούσε για αντιμετώπιση αναρχίας.
Επίσης ο Μιαούλης ζήτησε από τα πλοία ΕΥΧΑΡΙΣ και ΛΗΔΑ που έπλεαν εκτός Πόρου και είχαν ήδη προσχωρήσει στην Υδραϊκή αντιδραστική κίνηση, να συνδράμουν το μοίραρχό τους Ράπτη στις εντελλόμενες αποστολές που του ανέθεσε.
Την ίδια μέρα, προκλήθηκε επεισόδιο που παρά λίγο να φέρει την πρόωρη ανάφλεξη: Ένα πλοίο υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης, βλήθηκε από υδραίικη γολέτα. Ο Ρίκορντ θέλησε να συλλάβει τη γολέτα, ενώ ο Μιαούλης έστειλε άλλο πλοίο για υποστήριξη. Τελικά το επεισόδιο έληξε ομαλά με παρέμβαση του Γάλλου διοικητή Λαλάντ.

Στις 24 Ιουλίου το απόγευμα, έγινε νέα συνάντηση στο ρωσικό πλοίο ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ όλων των εμπλεκομένων πλευρών, όπου ο Μιαούλης δήλωσε ξεκάθαρα πως : «Η Ύδρα επιδιώκει να διαφυλάξει ό,τι έχει κερδίσει, μέχρις ότου ο Καποδίστριας συγκαλέσει την Εθνοσυνέλευση». Και η νέα επιταγή της Ύδρας που έφτασε ήταν ανάλογη: «Να κρατήσει ό,τι είχε καταλάβει, και να είναι μετριοπαθής αλλά και ακλόνητος ως προς την τήρηση των διαταγών». Έτσι το αδιέξοδο παρατεινόταν. Ο Γάλλος διοικητής πρότεινε να μην πιεστεί περισσότερο η κατάσταση μέχρι να μιλήσουν με τον Κυβερνήτη σε μια νέα προσπά-θεια για εξεύρεση λύσης.

Στις 25 Ιουλίου ο Ρώσος Ρίκορντ ζήτησε από τους άλλους δύο ν. διοικητές να παραμείνουν στον Πόρο στην κρίσιμη αυτή φάση ως εγγυητές για την αποφυγή βίας που ενδεχόμενα θα ξέσπαγε, οπότε και θα χρειαζόταν την ηθική και υλική στήριξή τους. Αλλιώς θα έδειχναν πως τον απομονώνουν από τη Συμμαχία με τις γνωστές συνέπειες. Εκείνοι προέβαλαν την ανάγκη για άμεση και απ’ ευθείας συζήτηση με τον Καποδίστρια της αδιέξοδης κατάστασης, και τελικά συμφωνήθηκε να μην γίνει χρήση βίας μέχρι να επιστρέψουν οι δύο από το Ναύπλιο στον Πόρο, εκτός αν οι στασιαστές επιχειρούσαν τον απόπλου των πλοίων απ’ τον Πόρο.

Στις 26 Ιουλίου και μετά την αναχώρηση των Αγγλογάλλων διοικητών για το Ναύπλιο και του Μαυροκορδάτου για την Ύδρα, η κατάσταση στον Πόρο πήρε πολύ δυσάρεστη τροπή με αμοιβαίες προκλήσεις .
Ο Ρώσος ναύαρχος κήρυξε πλήρη αποκλεισμό του Πόρου για να κόψει την επαφή και τον ανεφοδιασμό του Μιαούλη με την Ύδρα, μετακινώντας στον ανατολικό όρμο του Πόρου από το μπουγάζι δύο Ρωσικά πλοία (ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ και ΛΟΥΓΓΡΟ). Ο Μιαούλης έστειλε εκπρόσωπό του να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Ρίκορντ τον έδιωξε.
Έτσι όμως η κατάσταση για τον Μιαούλη γινόταν πολύ δύσκολη, γιατί οι Ποριώτες απεσύροντο από τα πλοία του για να διαφύγουν με τις οικογένειές τους στο Γαλατά, τα πλοία του αποδυναμώνονταν και χρειαζόταν το ανατολικό στενό του Σταυρού πάση θυσία ανοιχτό για τη διατήρηση επαφής, την αποστολή ενισχύσεων και εφοδίων από την Ύδρα, αλλά και για την ύπαρξη διαθεσίμου διαύλου για απόπλου των πλοίων ή τρόπος διαφυγής. Γι’ αυτό, ο Μιαούλης είχε ήδη φροντίσει να μετακινήσει την κορβέτα ΝΗΣΟΣ ΣΠΕΤΣΩΝ κοντά στο Μπούρτζι για υποστήριξη του εκεί φρουρίου του Ναυστάθμου, το οποίο ήλεγχε από τις πρώτες μέρες, και να στείλει ενίσχυση και μέσα στο φρούριο.

Στις 27 Ιουλίου στον όρμο του Μοναστηριού με όλα τα παραπάνω πλοία στις θέσεις τους, άναψε για πρώτη φορά το κανονίδι. Τα ρωσικά πλοία ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ και ΛΟΥΓΓΡΟ παρεμπόδισαν την επικοινωνία με την ακτή και τη μεταφορά νερού με πλοιάριο από το Μοναστήρι για την πόλη του Πόρου και τα πλοία. Και αξίωσαν από την κορβέτα ΝΗΣΟΣ ΣΠΕΤΣΩΝ να απομακρυνθεί, που βέβαια δεν συμμορφώθηκε.
Η εμπλοκή των πυροβόλων άρχισε ενάντια σε Υδραίικη γολέτα του ναυτικού αγωνιστή Λαλεχού που ερχόταν στον Πόρο με ενισχύσεις. Η κορβέτα ΝΗΣΟΣ ΣΠΕΤΣΩΝ και το φρούριο στο Μπούρτζι επενέβησαν, αρχίζοντας κατά τον Κασομούλη πρώτοι τα πυρά, και η σύγκρουση γενικεύτηκε με την εμπλοκή και των πλοίων ΕΛΛΑΣ και ΚΑΡΤΕΡΙΑ που ζυγώνοντας στον ισθμό του Ναυστάθμου μέσα απ’ το λιμάνι, έβαλαν μέσα στο επίπεδο βολής των πυροβόλων τους και πάνω από την αμμουδιά του ισθμού τα δύο Ρωσικά πλοία που είχαν εμπλακεί στη σύγκρουση. «Τα βόλια των πλοίων», μαρτυρεί ο Μπαζίλι, «ανέσκαπταν την άμμο της παραλίας του ισθμού, σηκώνοντας απέναντι στο σύννεφο από καπνό, άλλο ένα σύννεφο από σκόνη».
Οι ισχυρές βολές των πυροβόλων από το Μπούρτζι ανάγκασαν προσωρινά τα 2 Ρωσικά πλοία σε υποχώρηση με αρκετές ζημιές προς το μπουγάζι. Η κορβέτα ΝΗΣΟΣ ΣΠΕΤΣΩΝ με αρκετές ζημιές στα κοίλα των πυροβόλων της, όπως αναφέρει ο Μιαούλης, ζύγωσε στον όρμο του Μοναστηριού για αποκατάσταση. Η συμπλοκή κράτησε περίπου ένα τρίωρο. Οι απώλειες της πρώτης μέρας των συγκρούσεων ήταν 3 νεκροί Υδραίοι και 7 τραυματίες.
Την ίδια μέρα και μόλις μαθεύτηκαν στα καθέκαστα στο Ναύπλιο, ο Ρώσος αντιπρέσβυς (Ράκμαν) διαμαρτυρήθηκε έντονα στον Καποδίστρια, γιατί οι επιθέσεις των Υδραίων ενάντια στη Ρωσική σημαία ήταν «μαύρη αχαριστία» από μέρους όλων των Ελλήνων που ευεργέτησε η Ρωσία στην Επανάσταση, αλλά ειδικότερα απ’ τους Υδραίους που ταξίδευαν επί χρόνια με αυτή τη σημαία στα καράβια τους. Ο Καποδίστριας καταδί-κασε τις ενέργειες των κινηματιών. Στη Ρωσική διαμαρτυρία αντέδρασαν άμεσα οι Υδραίοι, τονίζοντας την αδιαλλαξία του Ρώσου ναυάρχου που προσπάθησε να τους αποκλείσει στον Πόρο, για να υποστηρίξει τους καταπατητές των νόμων και των δικαιωμάτων του έθνους.
Το ίδιο βράδυ οι Υδραίοι, σύμφωνα με μαρτυρία του Μπαζίλι, προσπάθησαν να φτιάξουν πυρπολικό στο Ναύσταθμο με ένα ξαρμάτωτο παλιό μπρίκι. Φαίνεται όμως πως το μυστικό προδόθηκε στους Ρώσους που έλαβαν εμφανή μέτρα και απέτρεψαν το εγχείρημα. Σύμφωνα με μαρτυρία του ιδίου, τα στρατεύματα στο Γαλατά έφτιαξαν το ίδιο βράδυ ένα μικρό πυροβολείο σε κορφή δίπλα στο Λεμονοδάσος, απ’ όπου έβαλαν προς τα κατειλημμένα πλοία κάνοντας τη νύχτα μέρα, ενώ δεχόντουσαν από τη φρεγάτα και το ατμόπλοιο απαντητικά πυρά.
Και για τους Ποριώτες επίσης τα πράγματα γινόντουσαν πιο δύσκολα, αφού με τον αποκλεισμό του νησιού απ’ το Γαλατά και με την απαγόρευση μεταφοράς νερού και από το Μοναστήρι, εμφανιζόταν έντονος και μάλιστα μεσ’ στην καρδιά του καλοκαιριού ο κίνδυνος της λειψυδρίας.

Στις 28 Ιουλίου έγινε και η πρώτη αποβατική επιχείρηση στο νησί. Τις πρώτες νυχτερινές ώρες ο Νικηταράς μετέφερε σιωπηρά με Ρωσικές βάρκες περί τους εξακόσιους άτακτους στρατιώτες από τα Ρωσικά λουτρά στη Σκάλα του Δαμαλά στον όρμο Βλαδίμηρου στον Πόρο, όπου και υπήρχαν οι αποθήκες για τα Ρωσικά πλοία . Οι στρατιώτες πήραν το ορεινό μονοπάτι για να μην εντοπιστούν, και κατάφεραν να φτάσουν (προφανώς μέσα απ’ τη ρεματιά της Βρυσούλας) ψηλά στο Συνοικισμό, όπου και έφτιαξαν τα ταμπούρια τους .
Ο οπλαρχηγός του Πόρου Χριστόδουλος Μέξης, που υποπτευόταν μια ανάλογη ενέργεια, είχε φροντίσει, με τη βοήθεια και του συντοπίτη και συναγωνιστή του Γιώργο Καραμάνο και κυβερνήτη του κότερου ΕΡΜΗΣ, να οχυρώσει τον ισθμό με χωμάτινο ανάχωμα, πυροβολεία από παλιά καραβόσχοινα και μερικά πεδινά κανόνια, όπως γράφει ο Μπαζίλι. Η συμπλοκή άρχισε το πρωί κάτω απ’ τις οβίδες της φρεγάτας ΕΛΛΑΣ που βομβάρδιζε τα αντίπαλα σκάφη έξω απ’ το Μοναστήρι, όπου και οι δύο πλευρές επαναλάμβαναν με περισσότερη σκληρότητα το σκηνικό της προηγούμενης ημέρας. Οι υπεράριθμοι κυβερνητικοί στρατιώτες αντιμετωπίστηκαν σθεναρά από τον Μέξη και τους Ποριώτες στο οχύρωμα του ισθμού, παρά όμως την υπεροχή τους, υποχώρησαν και αποσύρθηκαν, μη τολμώντας να μπουν στην πόλη. Άφησαν όμως στο χώρο της συμπλοκής πληγωμένο θανάσιμα τον οπλαρχηγό του Πόρου Χριστόδουλο Μέξη. Ο άνθρωπος που τίμησε με τη γενναιότητά και την αυταπάρνησή του την πατρίδα και τον τόπο του σε πολλά πεδία μαχών κατά την Επανάσταση του ’21, και που σήμερα τράβηξε θαρραλέα μπροστά με γυμνό το σπαθί του, τώρα κείτονταν ετοιμοθάνατος στο έδαφος του ισθμού από αδελφικό βόλι. Σε έξι ώρες είχε υποκύψει στα τραύματά του. «Όλοι έκλαυσαν τον άνδρα» γράφει περίλυπος ο Κασομούλης «και εκείνοι, και ημείς δια τας αρετάς του».
Στον Πόρο όμως, παρά την υποχώρηση των κυβερνητικών, και την αποτυχία της απόβασης, η απώλεια του οπλαρχηγού προκάλεσε αναστάτωση και πανικό στον Κόσμο, που έτρεχε στους δρόμους φωνάζοντας αρβανίτικα : «Έρδε μπρένδα Λιάπη», δηλαδή «Ήρθαν μέσα οι Λιάπηδες», όπως μαρτυρεί ο Κασομούλης.
Οι Ρώσοι είχαν επανέλθει ανανεωμένοι στον όρμο του Μοναστηριού με τα μπρίκια ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ και ΟΔΥΣΣΕΥΣ, ενισχυμένα και από τα δύο Ελληνικά μπρίκια ΗΡΑΚΛΗΣ και ΑΘΗΝΑ υπό τους Κανάρη και Ορλώφ. Απ’ την άλλη πλευρά η πληγωμένη, αλλά ακόμα αξιόμαχη κορβέτα ΝΗΣΟΣ ΣΠΕΤΣΩΝ στη θέση της κοντά στο Μπούρτζι, το φρούριο και τα πλοία ΕΛΛΑΣ και ΚΑΡΤΕΡΙΑ από μέσα απ’ το λιμάνι ανταπέδιδαν τα πυρά. Η σύγκρουση, όπως είπαμε, ξανάρχισε με μεγαλύτερη ένταση και κράτησε αρκετές ώρες, και αναφέρονται 14 νεκροί της κορβέτας ΝΗΣΟΣ ΣΠΕΤΣΩΝ με πολλές ζημιές και στις δύο πλευρές.

Στις 29 Ιουλίου οι ναυτικές συγκρούσεις συνεχίστηκαν. Η κορβέτα ΝΗΣΟΣ ΣΠΕΤΣΩΝ, το ηρωικό πλοίο ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ της Μπουμπουλίνας που έγραψε σελίδες δόξας σε τόσους ναυτικούς αγώνες της Επανάστασης, ήταν πια ένα πλωτό ερείπιο δίπλα στο Μπούρτζι, και πληγωμένο θανάσιμα στο βωμό του εμφύλιου σπαραγμού. Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, το Υδραίικο πλήρωμά της αναγκάστηκε να την ανατινάξει και να καταφύγει με ασφάλεια στο φρούριο στο Μπούρτζι.
Η θέση του Μιαούλη γινόταν όλο και δυσκολότερη, καθώς αρκετοί από τους Υδραίους ναύτες του άρχισαν να λιποτακτούν στην ακτή και να φεύγουν με κάθε τρόπο για την Ύδρα., παράλληλα με τους Ποριώτες και τις οικογένειές τους. Τότε ο πάλαι ποτε ηρωικός ναύαρχος άρχισε να σκέφτεται στα σοβαρά πλέον το ενδεχόμενο πυρπόλησης των πλοίων.

Στις 30 Ιουλίου και ενώ οι συγκρούσεις στον όρμο Μοναστηριού συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση, έφθασε στον Πόρο και το Γαλλικό μπρίκι ΑΚΤΑΙΩΝ με κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Βαλλιάν. Αγκυροβόλησε μέσα στο λιμάνι και έγινε μάρτυρας όλων των τραγικών γεγονότων που ακολούθησαν.
Ο Πόρος είχε πια αδειάσει από τους κατοίκους του. Πολλοί είχαν περάσει στο Γαλατά και, όπως μαρτυρεί ο Μπαζίλι, είχαν βρει καταφύγιο κάτω απ’ τα δέντρα ή σε αυτοσχέδιες καλύβες από κλαριά κοντά στα στρατόπεδα των κυβερνητικών στρατευμάτων. Άλλοι πάλι έφευγαν έντρομοι με βάρκες και καΐκια για την Ύδρα. Η πρώτη φάση της συμφοράς τους, το μαρτύριο του ξεσπιτωμού τους, ήταν σε πλήρη πια εξέλιξη. Και ο Μιαούλης από την άλλη πλευρά τους κατηγορούσε πως δείλιαζαν και τον εγκατέλειπαν φεύγοντας για να σώσουν τις οικογένειές τους.
Οι συγκρούσεις των πλοίων των στασιαστών με τη Ρωσική μοίρα αποδυνάμωναν τα πολιτικά επιχειρήματα που στήριζαν το κίνημα και έφερναν όλο και σε περισσότερο δύσκολη θέση το Κοινό της Ύδρας. Ο Γάλλος μοίραρχος Λαλάντ εκτίμησε σε κατοπινή του αναφορά ότι ο Καποδίστριας επεδίωξε αυτή την εξέλιξη, άσχετα από το τι ισχυριζόταν στις δηλώσεις του. Απ’ την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση στο Ναύπλιο αγωνιζόταν να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του Ρώσου αντιπρέσβη για την προσβολή που έγινε στο κράτος του.

Στις 31 Ιουλίου ο Γάλλος πλοίαρχος Βαλλιάν του πλοίου ΑΚΤΑΙΩΝ ανέλαβε ρόλο μεσολαβητή μεταξύ Ρώσων και Μιαούλη, όπου διαπίστωσε την ακαμψία και την αποφασιστικότητα και των δύο πλευρών. Ο Μιαούλης μαθαίνει πως ο Ρίκορντ έχει πια αποφασίσει να προσβάλει τα πλοία παράλληλα με τα στρατεύματα απ’ την ακτή, πιεζόμενος γι’ αυτό τόσο από τους Έλληνες κυβερνητικούς του στρατού που τον περιτριγύριζαν όλες κείνες τις ημέρες στο πλοίο του, όσο και από τους ίδιους τους αξιωματικούς του που έφεραν βαρέως την προσβολή των Υδραίων ενάντια στη σημαία τους. Ο Μιαούλης παρήγγειλε πως έπρεπε να περιμένουν όλοι την άφιξη των Αγγλογάλλων μοιράρχων, όπως είχε συμφωνηθεί, συνειδητοποιώντας όμως με απόγνωση πως ο Ρίκορντ ήταν αποφασισμένος για την τελική ρήξη, σε κάθε περίπτωση και πριν την άφιξη των άλλων μοιράρχων.

Και έτσι φθάνουμε στη μοιραία μέρα της Κυριακής, 1ης Αυγούστου, όποτε η όξυνση των πνευμάτων έφτασε στο αποκορύφωμά της κι οδήγησε στα ολέθρια συμβάντα. Στις 6 το πρωί ο Μιαούλης παραγγέλλει στον Γάλλο Βαλλιάν πως έχει πάρει τις αποφάσεις του, έχει τακτοποιήσει τη φυγάδευση του προσωπικού και αναμένει να αντιδράσει τελεσίδικα στην πρώτη πρόκληση του Ρώσου ναυάρχου. Τον ευχαριστεί για τις μεσολαβητικές του προσπάθειες και του ζητάει να είναι μάρτυς των προσπαθειών του να περιμένουν όλοι τους Αγγλογάλλους μοιράρχους, για νέα διαπραγμάτευση και της ανάγκης να επέλθει η τελική λύση για να σταματήσει να χύνεται το αίμα από τις δύο πλευρές.

Άκαμπτος στη θέση του, οργισμένος και αποφασισμένος να τελειώνει με την ανταρσία παραμένει και ο Ρώσος ναύαρχος. Οι προσπάθειες του Βαλλιάν να τον μεταπείσει πέφτουν στο κενό. Γύρω στις 10 το πρωί, καθώς επέστρεφε με τη βάρκα του στο πλοίο του μετά και την τελευταία διαμεσολαβητική του προσπάθεια, βλέπει κινήσεις προετοιμασίας στα ρωσικά και τα κυβερνητικά υπό τον Κανάρη πλοία. Κατάλαβε πως «το φρικώδες συμβάν έμελλεν να ακολουθήσει», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει. Κατάλαβε πως οι ρωσικές αυτές προκλήσεις θα εξωθούσαν τον Μιαούλη στην πυρπόληση των πλοίων. Δεν πρόλαβε καν να ανέβει στο πλοίο του, όταν το σύμπαν συγκλονίστηκε από διαδοχικές εκκωφαντικές εκρήξεις. Ο Μπαζίλι πάνω στη Ρωσική ναυαρχίδα, μας μεταφέρει μια συγκλονιστική περιγραφή αυτών που έζησε τις κρίσιμες εκείνες ώρες.

Τα καμάρια του Εθνικού Στόλου, δύο ωραιότατα πολεμικά πλοία: η κορβέτα ΥΔΡΑ πρώτα, και η φρεγάτα ΕΛΛΑΣ αμέσως μετά, εκτινάχτηκαν στον αέρα, μετατράπηκαν σε συντρίμμια και βυθίστηκαν στον πρόωρο και άδοξο υγρό τάφο μέσα στο λιμάνι του Πόρου. Αμέσως μετά ακολούθησε και η ανατίναξη του φρουρίου του Ναυστάθμου στο νησάκι του Αγ. Κων/νου από τον επικεφαλής Ιταλό ταγματάρχη Γκ. Αμπάτι.

Ο Μιαούλης με τον Κριεζή και ελάχιστους Υδραίους έμπιστους καταφέρνουν, μετά την πυρπόληση να φτάσουν με τον υπηρετικό κέλητα, τη βάρκα της φρεγάτας, στην ακτή του Πόρου από όπου σπεύδουν στο Μοναστήρι και, μέσ’ στην αναταραχή, διαφεύγουν με πλοιάριο στην Ύδρα, ανάμεσα απ’ τις εναντίον τους βολές των πλοίων του αποκλεισμού.

Ο Κανάρης, έξαλλος με την αποτρόπαια ενέργεια, αναφέρει αμέσως στον Κυβερνήτη: «Ὁ Μιαούλης παρέδωκεν εἰς τάς φλόγας τήν Ἑλλάδα καί τήν κορβέτα Ὓδρα˙ εἴθε νά παραδωθῆ τό ὄνομα τοῦ αὐτουργοῦ τοιαύτης πράξεως βαρβαροτάτης εἰς αιώνιον ανάθεμα».

Εν τούτοις η ολέθρια εκείνη Υδραίικη αντίδραση βρήκε και ένα αναπάντεχο εμπόδιο στην ολοκλήρωσή της. Τα αναμμένα φιτίλια της ατμοκορβέτας ΚΑΡΤΕΡΙΑ και του παλαιού δίκροτου ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ δεν πρόλαβαν να μεταδώσουν τη φωτιά τους, χάρις στην άμεση αντίδραση και την αυταπάρνηση του Μυκονιάτη ναύτη Γιώργου Γαλασίδη κι ενός ακόμα στρατιώτη, που έσπευσαν κολυμπώντας γρήγορα να ανέβουν στα πλοία και να προλάβουν την τελευταία στιγμή να αποκόψουν τα φυτίλια από το καταστρεπτικό έργο τους. Πόσο άραγε χρέος τιμής οφείλει η Ελλάδα και το Ναυτικό σ’ αυτά τα γενναία Ελληνόπουλα !

Και όμως ! Η σωτήρια λύση να παραδώσει ο Μιαούλης τα πλοία και παράλληλα ο Καποδίστριας να συγκαλέσει Εθνοσυνέλευση, εκυοφορείτο εκείνες τις μέρες στο Ναύπλιο και έγινε τελικά, αλλά καθυστερημένα δεκτή από τον Κυβερνήτη. Η ειρωνεία της τύχης ήταν πως την ώρα που άναβαν τα ολέθρια φυτίλια πάνω στα πλοία του στόλου στον Πόρο, ο Καποδίστριας στο Ναύπλιο υπέγραφε μετά από εξαντλητικές διαπραγματεύσεις με τους αντιπρέσβεις και αδικαιολόγητη καθυστέρηση το σχετικό διάταγμά του. Κι όπως μαρτυρεί ο Φωτιάδης, οι ναυαρχίδες των Αγγλογάλλων διοικητών ζύγωναν στον Πόρο την ώρα των μοιραίων πυρπολήσεων, κομίζοντας τη περιπόθητη λύση. Το κακό όμως είχε πια συμβεί.



Το δράμα του Πόρου

Και τώρα έρχεται η κορύφωση του δράματος για τον Πόρο και τους άμοιρους κατοίκους του. Τα κυβερνητικά στρατεύματα που επί τόσες μέρες αδημονούσαν στην ακτή του Γαλατά, μπαίνουν ορμητικά σε ρωσικές βάρκες και εισβάλουν στην ερημωμένη πόλη του Πόρου, αρχίζοντας τις πυρπολήσεις και τις λεηλασίες και του βανδαλισμούς, χωρίς καμία εξαίρεση, και σαν να επρόκειτο για εχθρική πόλη. Ο Νικηταράς διατάζει γενική έφοδο χωρίς να βάλει φραγμούς ελέγχου σε τίποτα. Οι άλλοι αρχηγοί τους το ίδιο. Μόλις και μετά βίας κατάφερε ο Κασομούλης να εξασφαλίσει τη φύλαξη του Ναυστάθμου από τις ανεξέλεγκτες επιδρομές των ατάκτων αλλά και τακτικών στρατιωτών που δεν σέβονται τίποτα, ούτε καν το σπίτι του Καποδίστρια, που επίσης λεηλατούν. Βρίσκουν μέσα στο Βρετανικό προξενείο της πόλης τον Ιταλό Αμπάτι που είχε παραδώσει το φρούριο του Ναυστάθμου στο Μπούρτζι στους στασιαστές, τον συλλαμβάνουν και τον στέλνουν σιδηροδέσμιο στο Ναύπλιο. Μέχρι τη μία το μεσημέρι το μεγαλύτερο μέρος της πόλης έχει παραδοθεί στη φωτιά, στη λεηλασία και στη λαφυραγωγία. Ο Βαλλιάν σημειώνει με απόγνωση: «Τα ρωσικά πλοιάρια είναι εις την ξηράν, πολλαί οικίαι καίγονται, το θέαμα είναι φρικώδες. Ω, πόσας δυσκολίας ημπορούσαν να αποφύγουν». Και ο Σκωτσέζος Τζώρτζ Φίνλεϋ γράφει πως «οι ενέργειες των Κυβερνητικών όταν κατέλαβαν τον Πόρο, αποτελούν επαίσχυντον σελίδα της ιστορίας του Ελληνικού κράτους. Αι καταστροφαί έγιναν υπό το βλέμμα των Ρώσων, οι οποίοι δεν προσπάθησαν να παρεμποδίσουν ούτε εις το ελάχιστον αυτήν την άδικον επιδρομήν». Έως και ο Μπαζίλι, παρά την αντίθετη ως Ρώσος τοποθέτησή του, στηλιτεύει την άγρια εκδίκηση που πήραν ο Νικηταράς και οι λοιποί Κυβερνητικοί για το κίνημα των Υδραίων, σε βάρος του δύστυχου αυτού τόπου.

Επί τρεις ημέρες έμειναν τα στρατεύματα στον Πόρο συνεχίζοντας το καταστρεπτικό τους έργο. Μετά τις πυρπολήσεις, άρχισε το πλιάτσικο σε ό,τι είχε απομείνει από τα σπίτια και τις περιουσίες των κατοίκων του νησιού. Των ανθρώπων που οι περιστάσεις οδήγησαν στην αναπόφευκτη τοποθέτησή τους στο πλευρό των ξεσηκωμένων γειτόνων και συντροφοναυτών τους. Των ανθρώπων που, ανεξάρτητα από το τι ήθελαν, δεν είχαν την πολυτέλεια της άρνησης συμμετοχής σε επιβαλλόμενη απ’ έξω ενέργεια μέσα στον τόπο τους. Των ανθρώπων που πλήρωσαν με τόσο ακριβό τίμημα τις επιλογές άλλων που, εκ του ασφαλούς για τις δικές τους οικογένειες και περιουσίες, χρέωσαν τον Πόρο με αυτή την ανεπανόρθωτη συμφορά .

Στον κυκεώνα της μεγάλης καταστροφής, θεωρώ υποχρέωση να περιλάβω και τα συγκεκριμένα σπίτια που πυρπολήθηκαν και γνωρίζουμε από μαρτυρίες της εποχής. Αυτά είναι των ηγετών της αντικαποδιστριακής παράταξης στον Πόρο, όπως του Χρ. Μέξη, του Χατζή Αναστάση Μάνεση, του Παντελή Ευστ. Πασχάλη, του καπετάν Νικολάκη Γκίκα, του Δημ. Σταμ. Οικονόμου, του Στεφ. Α. Στεφανή, του Νικ. Ι. Πιπίνου, και του Υδραίου Ι. Φαλάγκα. Από την πύρινη λαίλαπα καταστράφηκαν οριστικά, εκτός από τα αρχεία των παραπάνω, τα αρχεία και άλλων επιφανών Ποριωτών της εποχής, όπως του Αναγνώστη Λογοθέτη, του Σπύρου Καρρά, του Γιώργου Καραμάνου, του Νικολάου Κολοκούβαρου. Και έτσι χάθηκε οριστικά η ζωντανή ανάμνηση και ο συνδετικός κρίκος της ιστορικής εκείνης εποχής του τόπου με όλες τις μεταγενέστερες. Χάθηκε η χειροπιαστή επαφή των Ποριωτών προκρίτων, καπεταναίων, ναυτών, όλου του απλού κόσμου της εποχής με τους απογόνους τους. Κι έμεινε η προφορική μόνο παράδοση, συρρικνωμένη και πληγωμένη και αυτή θανάσιμα απ’ το βραχνά της λησμονιάς, της ημιμάθειας, της αθρόας μετοίκησης σ’ άλλους τόπους, της αλλοίωσης της φυσιογνωμίας του νησιού, της αποκοπής από τη ιστορική συνέχεια κι απ’ τον ομφάλιο λώρο των προγονικών ποριώτικων εστιών.

Οι συνέπειες, λοιπόν, της καταστροφής θα είναι τεράστιες και σε έκταση και σε χρόνο αποκατάστασης για τον τόπο και τους κατοίκους του. Είχε αρχίσει τόσο ομαλά, μετά το τέλος του Αγώνα της Παλιγγενεσίας, η οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική τους ανάπτυξη με την άνθηση της ναυτιλίας και της αλιείας, με την καλλιέργεια της εύφορης γης των κτημάτων τους και με τα οφέλη απ’ την παρουσία και τη ζωντάνια του πολεμικού Ναυστάθμου στο νησί τους. Έπρεπε όλα αυτά να πάρουν ένα βίαιο και ολέθριο τέλος. Έπρεπε τώρα, επιστρέφοντας από το βίαιο ξεσπίτωμά τους, κι αφού πρώτα συνέλθουν ψυχικά και ηθικά απ’ τη σκληρή δοκιμασία τους, όλοι μαζί, εύποροι και φτωχοί, πρόκριτοι και λαός, μόνοι τους, χωρίς βοήθεια, να φτιάξουν απ’ την αρχή τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, τα κτήματά τους, τις περιουσίες τους, όλο τους το βιός. Έπρεπε τώρα, μέσα απ’ τα αποκαΐδια των υπαρχόντων τους να προχωρήσουν σ’ ένα αβέβαιο μέλλον για τον τόπο και για τη συγκλονισμένη απ’ τις εμφύλιες διαμάχες πατρίδα τους.

Ποιοι έφταιγαν, στ’ αλήθεια, γι’ αυτή την αποτρόπαια κατάληξη;

Ο Καποδίστριας με την άκαμπτη και δεσποτική πολιτική του ;
Οι Υδραίοι με τις θεμιτές ή μη επιδιώξεις τους ;
Ο Μιαούλης με το πάθος και την αδιαλλαξία του ;
Οι Ρώσοι με την μεροληπτική και προκλητική στάση τους ;
Ή, τέλος, οι Αγγλογάλλοι με την υπονομευτική
και επαμφοτερίζουσα μεσολάβησή τους ;

Ένας μύλος ευθυνών, παθών, αντεγκλήσεων, αδιεξόδων.

Ένας κύκλος βίας, αίματος, φρίκης, ολέθρου

Με τελικά θύματα τον Εθνικό Στόλο, τους Ποριώτες και τον τόπο τους,
την ομόνοια, την ηρεμία, την ανάπτυξη, την πρόοδο.



Εγκώμιο τιμής και χρέους

Αγαπητές φίλες και φίλοι

Δεν προτίθεμαι από αυτό το βήμα, να κάνω κατάχρηση της υπομονής και της ανοχής σας, προβαίνοντας, πέρα απ’ τους παραπάνω στοχασμούς, σε αξιολόγηση των ενεργειών των πρωταγωνιστών του ανεπανάληπτου εκείνου ανοσιουργήματος που έπληξε τόσο βάναυσα τον τόπο μας. Αυτό το παραχωρώ ευγενώς στην αμερόληπτη κρίση σας.
Θεωρώ όμως ηθική μου υποχρέωση, πριν κλείσω, να κάνω μια σύντομη αναφορά γνωριμίας και να πλέξω εγκώμιο τιμής και χρέους σ’ αυτό το γενναίο τέκνο του νησιού μας, το Χριστόδουλο Μέξη που σφράγισε με το αίμα του το συγκλονιστικό εκείνο χρονικό.

Ο Χριστόδουλος Μερτίκα Μέξης γεννήθηκε το 1793. Ο πατέρας του ήταν ο Μερτίκας Ιωάννου Μέξης, οπλαρχηγός στο Λάμποβο της Βορείου Ηπείρου, από όπου ήταν και η αρχική καταγωγή όλης της οικογενείας των Μέξηδων. Ήταν ανηψιός του προκρίτου των Σπετσών Χατζηγιάννη-Μέξη. Ήταν πολύ όμορφος, με ψηλό και λεβέντικο παράστημα και προικισμένος με πολλές αρετές. Παντρεύτηκε την επίσης όμορφη κόρη του προύχοντα των Καλαβρύτων Ιωάννη Παπαδόπουλου ή Μουρτόγιαννη που ήλθε στον Πόρο με την επιδρομή του Ιμπραήμ. Πήρε την επωνυμία Ποριώτης, από τον τόπο καταγωγής του, με την οποία αναφέρεται σε διάφορα έγγραφα του Αγώνα.
Με τις ευκαιρίες που είχε στα εμπορικά του ταξίδια στην Πόλη και σε άλλα μέρη του Μείζονος Ελληνισμού, μυήθηκε από νωρίς στη Φιλική Εταιρία με το ψευδώνυμο Ευαγόρας.

Το 1821 μαζί με τον Παπαφλέσσα, κηρύσσουν την έναρξη της Επαναστάσεως σε μέρη της Πελοποννήσου. Στη συνέχεια έρχεται στις Σπέτσες, τον Πόρο, και την Αίγινα και ξεσηκώνει με τον ενθουσιασμό του τους κατοίκους. Με το από 25-03-1821 εκδοθέν στην Καλαμάτα δίπλωμα, ονομάζεται στρατηγός.

Είχε μία εκτεταμένη πολεμική δραστηριότητα σε πολλούς κατά ξηρά αγώνες όλα τα χρόνια της Επαναστάσεως, σε συνεργασία με όλους τους πρωτοκλασάτους οπλαρχηγούς του ’21 που γνωρίζουμε από την Ιστορία, και θα έχουμε σύντομα την ευκαιρία να την διαβάσουμε αναλυτικά στον υπό έκδοση 3ο τόμο των πρακτικών του Αρχαιολογικού Συνεδρίου Αργοσαρωνικού που έγινε στον Πόρο το 1998, από τη σχετική εργασία του φίλου Γ. Αθανασίου, που εκφωνήθηκε στο Συνέδριο και περιλαμβάνεται στον τόμο. Η φιλία και η πολύχρονη συνεργασία του με τους Κουντουριώτηδες της Ύδρας, που τον εκτιμούσαν πολύ, τον οδήγησαν στο μοιραίο στρατόπεδό τους κατά τη ρήξη τους με τον Καποδίστρια, κι έφεραν το αποτρόπαιο τέλος του. Κι όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στην παραπάνω εργασία για τον άδοξο θάνατό του «ο Μιαούλης δεν χάνει μόνο ένα στενό και ειλικρινή συνεργάτη, αλλά και τον αυτοέλεγχό του. Κι έτσι, την 1η Αυγούστου παραδίδει τα πλοία ΕΛΛΑΣ και ΥΔΡΑ στις φλόγες».

Έξι ώρες έμεινε θανάσιμα πληγωμένος και ξεψύχησε. Οι συμπατριώτες του τον έθαψαν με οδύνη στον περίβολο της εκκλησίας της Παναγίτσας Καστελλιού. Κανείς τους όμως από τότε μέχρι και σήμερα δεν φρόντισε για την αποπληρωμή του χρέους στον ήρωα, με ένα μνημείο που θα θυμίζει το βίο, την πολιτεία και την εποποιία του.

Το πλούσιο αρχείο του Μέξη πυρπολήθηκε όπως και τα αρχεία των άλλων προκρίτων του Πόρου, όπως προανέφερα, από τις ορδές των Νικηταράδων και των άλλων εμπαθών που είχε την ατυχία ο τόπος να υποστεί στο αιματοβαμμένο χώμα του.

Ο Χριστόδουλος Μέξης αναδείχθηκε σε μία από τις ηρωικές φυσιογνωμίες του Αγώνα της Παλιγγενεσίας, χάρις στο θάρρος, στην τόλμη, στην ανδρεία και στη λεβεντιά που χαρακτήριζαν την προσωπικότητά του.

Η εφημερίδα ΑΠΟΛΛΩΝ του Πολυζωίδη στην Ύδρα, ανάμεσα στους αντιπολιτευτικούς μύδρους που εξαπέλυε για τον Καποδίστρια δημοσίευσε στο τεύχος της 1ης Αυγούστου και μία λυρικότατη νεκρολογία για την αδόκητη απώλεια του Μέξη. Η νεκρολογία του καταλήγει: «Εις την τάξιν των μακαρίων ανήκει δικαίως και ο γενναίος Χριστόδουλος. Υπέρ της ελευθερίας αποθανών, άφησεν όνομα αθάνατον, μνήμην αιώνιον. Ο τάφος του θέλει αποτελέσει το μεγαλύτερον Μαυσωλείον της δόξης της πατρίδος του». Αυτές οι γραμμές θα ταίριαζαν στο μνημείο του.

Και ο ποιητής Παναγιώτης Σούτσος εμπνεύστηκε στην Ύδρα τις μέρες εκείνες τους παρακάτω παθητικούς στίχους, που συνθέτουν εξόδιο και επιτάφιο ύμνο μεν για τον Μέξη, αλλά και ένα μεστό εμπάθειας στιχούργημα για τον Καποδίστρια.


Παρακαλώ τη Νάγια να μας απαγγείλει:





Στα ερείπια του Πόρου
στον ναό του Ποσειδώνος
ο Χριστόδουλος ο Μέξης
ψάλλει κατηφής και μόνος :

« Στα ερείπιά σου ταύτα
ω, ναέ του Ποσειδώνος,
κάθησεν ο Δημοσθένης
προ αμνημονεύτων χρόνων
κι εδώ ήπιε το φαρμάκι,
αφού έσεισε τον θρόνον
του μεγάλου Μακεδόνος.

» Διατί του Δημοσθένους
το χρυσό δεν έχω στόμα
και δεν δύναμαι το έθνος
απ’ τον ύπνο ν’ αποσπάσω!
και τον τύραννον να ρίψω
της Κερκύρας, πριν σκεπάσω
τα οστά μου με το χώμα ! ».

Ω, λαμπρέ της Ύδρας βράχε !
πέθαναν οι πρόμαχοί σου;
πέθανε ο Θεμιστοκλής σου;
Ύδρα, νέα μας Αθήνα,
πέθανεν ο Κίμωνάς σου;
ο Μιαούλης σου πού είναι,
και πού είναι ο Κριεζής σου;

Ύδρα, Αύγουστος 1831 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΟΥΤΣΟΣ



Κ α τ ά λ η ξ η

Αγαπητές φίλες και φίλοι

Εδώ στον Πόρο, διαπιστώνουμε κάποιες φορές κενό ιστορικής και πολιτιστικής γνώσης και μνήμης. Το υπό ίδρυση Τοπικό Ιστορικό και Κοινωνικό Αρχείο, που ως παράρτημα των Γενικών Αρχείων του Κράτους θα λειτουργεί επίσημα σε λίγο καιρό στον τόπο μας, θα είναι μία καλή αρχή για την κάλυψη του κενού αυτού. Επιτρέψτε όμως να καταθέσω και την προσωπική μου εκτίμηση, πως η ίδρυση του Τοπικού Αρχείου αν και σημαντική, δεν θα είναι κι αυτή αρκετή. Σε κάθε επέτειο σαν τη σημερινή, οραματιζόμαστε να καθιερωθεί στον Πόρο, όχι βέβαια μια πανηγυρική γιορτή τύπου Μιαουλίων ή Αρμάτας, όπως συμβαίνει στα γειτονικά μας νησιά, αλλά μια Πανελλήνιας προβολής, ή και κατά το δυνατόν συμμετοχής, εκδήλωση μνήμης και περισυλλογής, μια εκδήλωση εθνικής συμφιλίωσης για μια ομαλή πορεία στο μέλλον. Μια εκδήλωση στην οποία μετά από λιτή αναφορά στα τραγικά γεγονότα και στα διδάγματα τους, θα κλείνουμε με ευλάβεια το γόνατο και θα καταθέτουμε στεφάνι δάφνης και τιμής στα μνημεία που θα ανεγερθούν για το γενναίο Ποριώτη οπλαρχηγό Μέξη, και για τα δυο Ελληνόπουλα που έσωσαν τα πλοία.

Αγαπητέ Δήμαρχε, οι καλλιτέχνες του μετάλλου, ή του μαρμάρου ή της ποριώτικης πέτρας, με τη δημιουργική τους σμίλη στο χέρι, αναμένουν την περιπόθητη εντολή για την ανέγερση των μνημείων δόξας στον Ποριώτη οπλαρχηγό Μέξη και στα γενναία Ελληνόπουλα που έσωσαν με αυταπάρνηση τα πλοία του Στόλου απ’ την καταστροφή, και συνέδεσαν άρρηκτα το αθάνατο όνομά τους με τον τόπο μας και με την αποφράδα αυτή επέτειο. Η πρωτοβουλία σας ανήκει.

Αγαπητές φίλες και φίλοι

Θερμές ευχαριστίες

Από εμένα , την Νάγια, το Γιώργο, την Καίτη και την Κατερίνα.

Να είστε καλά

Καλό σας βράδυ.

Γ ι ά ν ν η ς Μ α ν ι ά τ η ς













Σημείωση: Η παρουσίαση έγινε στο υπαίθριο θέατρο του 1ου Δημ. Σχολείου,
στις 31 Ιουλίου 2005 και ώρα 21:00.
Η σύνθεση της ομάδας παρουσίασης ήταν:

Π α ρ ο υ σ ι α σ τ έ ς : Γ ι ά ν ν η ς Μ α ν ι ά τ η ς
με αντιφώνηση από την: Ν ά γ ι α Κ ο ρ ά λ λ η

Χ ε ι ρ ί σ τ ρ ι ε ς φ ω τ ο δ ι α φ α ν ε ι ώ ν :
δεξιών (μέσω φορητού Η/Υ) : Κ α ί τ η Σ ο υ λ ι ώ τ ο υ
αριστερών (μέσω επιδιασκοπίου) : Κ α τ ε ρ ί ν α Α ν δ ρ ε ά δ ο υ

Μ ο υ σ ι κ ή Ε π ι μ έ λ ε ι α : Γ ι ώ ρ γ ο ς Π α σ χ ά λ η ς

Σ ύ ν θ ε σ η γ ρ α φ ι κ ώ ν Η/Υ – Φ ω τ ο γ ρ α φ ι κ ή κ ά λ υ ψ η :
Ν α τ ά σ α Λ ι β α ν ο ύ

Ε ι κ ο ν ο λ η ψ ί α : Τ ρ ύ φ ω ν Κ α ρ α β ο ύ λ ι α ς

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ :

1. Κων. Αδαμοπούλου – Ανν. Πρασσά: « Ανδρέας Μιαούλης 1769 – 1835 » , εκδ.
Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 2003
2. Κων. Βάρφη: « Πόρος 1831. Το κίνημα – Οι πρωταγωνιστές » , εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1986
3. Δημ. Φωτιάδη: « Κανάρης » , εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988
4. Δημ. Σταμέλου: « Ανδρέας Μιαούλης, έπος και τραγωδία » , εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας,
Αθήνα 2003
5. Κων. Μαζαράκη-Αινιάν: « Τα συμβάντα του Πόρου από 17 γράμματα του Α. Μιαούλη » ,
εκδ. Ιστ. & Εθνολ. Εταιρίας της Ελλάδος, Αθήναι, 1980
6. Κων. Μ. Μπαζίλι: « Ένας Ρώσος στην Ελλάδα του Καποδίστρια » , εκδ. Καλέντης, Αθήνα 2000.
7. Σπ. Μαρκεζίνη: « Πολιτική Ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος » 1ος τόμος, εκδ. Πάπυρος, Αθήναι 1966
8. « Ιστορία του Ελληνικού Έθνους » , τόμος ιβ΄, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1975
9. Κ. Παπαρρηγοπούλου: « Ιστορία του Ελληνικού Έθνους » τ. στ΄, εκδ. Ελευθερουδάκης,
Αθήναι 1930
10. Τρυφ. Κωνσταντινίδου: « Καράβια, Καπετάνιοι και συντροφοναύται », εκδ. Ι.Υ.Ν., Αθήναι 1954
11. Νικ. Σπηλιάδη: « Τα περιεχόμενα των γενικών αρχείων του κράτους » , τόμος γ΄, εκδ. Γ.Α.Κ.,
Αθήναι 1974
12. Jack Sweeman: “ The Great Admirals ”, Naval Institute Press, Annapolis, Md. USA 1997
13. Ιω. Ρούσκα: « Πόρος – Ναύσταθμος και Εκπαιδευτήριο του ΠΝ » , εκδ. ΓΕΝ, Αθήνα 1989
14. Νικ. Τσαπράζη: « Ο πολεμικός ναύσταθμος Σαλαμίνος » , εκδ. Υ.Ι.Ν. Αθήνα 1991
15. Σπ. Μελά: « Ο ναύαρχος Μιαούλης » , εκδ. Μπίρης , Αθήναι 1972

<<Προηγούμενο:Ο ΧΡΥΣΟΣ ΑΜΦΟΡΕΑΣ | Επόμενο: ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ & ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ>>

 





Designed & Hosted by: EmpNeusis